Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυσήνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απείθαρχος, που δεν τιθασεύεται εύκολα, αδάμαστος, αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυσήνιος < αρχαία ελληνική δυσήνιος (δυσ- + ηνίο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσήνιοςδυσήνιοςδυσήνιο
Γενικήδυσήνιου—δυσήνιου
Αιτιατικήδυσήνιο—δυσήνιο
Κλητικήδυσήνιε—δυσήνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσήνιοι—δυσήνια
Γενικήδυσήνιων—δυσήνιων
Αιτιατικήδυσήνιους—δυσήνια
Κλητικήδυσήνιοι—δυσήνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →