δυσαρέσκεια
•
- το συναίσθημα που προκαλείται από μια δυσάρεστη κατάσταση ή από κάτι που δεν εγκρίνουμε ή μας βλάπτει Βικιλεξικό
- ... εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)
Ετυμολογία
δυσαρέσκεια < δυσ- + ἀρέσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσαρέσκεια | δυσαρέσκειες |
| Γενική | δυσαρέσκειας | δυσαρεσκειών |
| Αιτιατική | δυσαρέσκεια | δυσαρέσκειες |
| Κλητική | δυσαρέσκεια | δυσαρέσκειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →