δυσαρεστημένος
•
- που νιώθει δυσαρέσκεια, που αισθάνεται ότι η κατάσταση όπως έχει δεν τον ικανοποιεί, είναι αντίθετη στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του Βικιλεξικό
- μεγάλο ποσοστό πολιτών εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με την πολιτική κατάσταση
- Δε μ' έκανε καρδιά να πάγω στ' αφεντικά μου. Είχα ακεφιά και ήμουν δυσαρεστημένος με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Κάτι δούλευε στο κεφάλι μου, και δεν ήξερα καλά να το εξηγήσω. (Πηνελόπη Δέλτα, Μάγκας, Κεφάλαιο ΚΒ, 1937)
Ετυμολογία
δυσαρεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου δυσαρεστώ
Άλλοι τύποι
δυσαρεστημέναδυσαρεστημένεδυσαρεστημένεςδυσαρεστημένηδυσαρεστημένηςδυσαρεστημένοδυσαρεστημένοιδυσαρεστημένοςδυσαρεστημένουδυσαρεστημένουςδυσαρεστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →