δυσθεώρητος
•
- που δύσκολα μπορεί κάποιος να τον δει επειδή είναι πολύ μεγάλος Βικιλεξικό
- ο πληθωρισμός ανέβηκε σε ύψη δυσθεώρητα
- Πότε ήτανε που σήκωνες το χεράκι σου στα ύψη τα δυσθεώρητα για να συναντήσεις το δικό μου; Πότε που χτύπαγες με πείσμα το ποδαράκι σου κι εγώ έβαζα τα γέλια; Φτάσε πρώτα το ένα μέτρο μπόι και μετά να μου κάνεις εμένα ταρζανιές!» (Έλενα Ακρίτα, Χτυποκάρδια στο κρανίο, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
δυσθεώρητος < αρχαία ελληνική < δυσ- + θεωρέω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσθεώρητος | δυσθεώρητη | δυσθεώρητο |
| Γενική | δυσθεώρητου | δυσθεώρητης | δυσθεώρητου |
| Αιτιατική | δυσθεώρητο | δυσθεώρητη | δυσθεώρητο |
| Κλητική | δυσθεώρητε | δυσθεώρητη | δυσθεώρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσθεώρητοι | δυσθεώρητες | δυσθεώρητα |
| Γενική | δυσθεώρητων | δυσθεώρητων | δυσθεώρητων |
| Αιτιατική | δυσθεώρητους | δυσθεώρητες | δυσθεώρητα |
| Κλητική | δυσθεώρητοι | δυσθεώρητες | δυσθεώρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →