δυσκαμψία
•
- ιατρικήη δυσκολία στην κάμψη, στο λύγισμα Βικιλεξικό
- η δυσκαμψία των αρθρώσεων μπορεί να είναι σημείο ρευματοπάθειας
- η δυσκολία να προσαρμοστεί κάποιος σε νέες συνθήκες και να αλλάξει συνήθειες, τρόπους αντιμετώπισης κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσκαμψία < δύσκαμπτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσκαμψία | δυσκαμψίες |
| Γενική | δυσκαμψίας | δυσκαμψιών |
| Αιτιατική | δυσκαμψία | δυσκαμψίες |
| Κλητική | δυσκαμψία | δυσκαμψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →