δυσκαταληψία
•
- σπάνιοδυσκολία στην κατανόηση Βικιλεξικό
- ※ Ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας δὲν ἔχει τὰ διανοητικὰ προσόντα νὰ ἀντιληφθεῖ, ἔστω, τὸ πρόβλημα, συνεχίζει νὰ μιλάει, νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ ἀπαιτεῖ μὲ τὰ ἀντανακλαστικὰ μικρονοϊκῆς ἀνεμελιᾶς ἢ ἀλλοδαπῆς δυσκαταληψίας (Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἀντιπαλεύοντας τὴν παρακμή - ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ 2022, εκδ. ΑΡΜΟΣ, σελ.156) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσκαταληψία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυσκαλαψία < δυσκατάληπτος < δυσ- + καταλαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσκαταληψία | δυσκαταληψίες |
| Γενική | δυσκαταληψίας | δυσκαταληψιών |
| Αιτιατική | δυσκαταληψία | δυσκαταληψίες |
| Κλητική | δυσκαταληψία | δυσκαταληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →