δυσκολονόητος
•
- που δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσκολονόητος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσκολονόητος | δυσκολονόητη | δυσκολονόητο |
| Γενική | δυσκολονόητου | δυσκολονόητης | δυσκολονόητου |
| Αιτιατική | δυσκολονόητο | δυσκολονόητη | δυσκολονόητο |
| Κλητική | δυσκολονόητε | δυσκολονόητη | δυσκολονόητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσκολονόητοι | δυσκολονόητες | δυσκολονόητα |
| Γενική | δυσκολονόητων | δυσκολονόητων | δυσκολονόητων |
| Αιτιατική | δυσκολονόητους | δυσκολονόητες | δυσκολονόητα |
| Κλητική | δυσκολονόητοι | δυσκολονόητες | δυσκολονόητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →