δυσκόλως
•
- παρωχημένοδύσκολα, μετά δυσκολίας Βικιλεξικό
- Περισσότερα μάλιστα ἀγόρια ―πόσα χαδευμένα καὶ μοναχογέννητα!― ἀποθνήσκουν ἄωρα. Τὰ κορίτσια εἶν᾽ ἑφτάψυχα, ἐφρόνει ἡ γραῖα. Δυσκόλως ἀρρωστοῦν, καὶ σπανίως ἀποθνήσκουν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο Ε, 1903)
Ετυμολογία
δυσκόλως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυσκόλως
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →