δυσλειτουργώ
•
- λειτουργώ άσχημα ή με δυσκολίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσλειτουργώ < δυσ- + λειτουργώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική malfunction)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυσλειτουργώ | δυσλειτουργείς | δυσλειτουργεί | δυσλειτουργούμε | δυσλειτουργείτε | δυσλειτουργούν / δυσλειτουργούνε |
| Παρατατικός | δυσλειτουργούσα | δυσλειτουργούσες | δυσλειτουργούσε | δυσλειτουργούσαμε | δυσλειτουργούσατε | δυσλειτουργούσαν / δυσλειτουργούσανε |
| Αόριστος | δυσλειτούργησα | δυσλειτούργησες | δυσλειτούργησε | δυσλειτουργήσαμε | δυσλειτουργήσατε | δυσλειτουργήσαν / δυσλειτουργήσανε / δυσλειτούργησαν |
| Μέλλοντας | θα δυσλειτουργήσω / θα δυσλειτουργώ | θα δυσλειτουργήσεις / θα δυσλειτουργείς | θα δυσλειτουργήσει / θα δυσλειτουργεί | θα δυσλειτουργήσουμε / θα δυσλειτουργούμε | θα δυσλειτουργήσετε / θα δυσλειτουργείτε | θα δυσλειτουργήσουν / θα δυσλειτουργήσουνε / θα δυσλειτουργούν / θα δυσλειτουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω δυσλειτουργήσει | έχεις δυσλειτουργήσει | έχει δυσλειτουργήσει | έχουμε δυσλειτουργήσει | έχετε δυσλειτουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυσλειτουργήσει | είχες δυσλειτουργήσει | είχε δυσλειτουργήσει | είχαμε δυσλειτουργήσει | είχατε δυσλειτουργήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργήσω / να δυσλειτουργώ | να έχεις δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργήσεις / να δυσλειτουργείς | να έχει δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργεί | να έχουμε δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργήσουμε / να δυσλειτουργούμε | να έχετε δυσλειτουργήσει / να δυσλειτουργήσετε / να δυσλειτουργείτε | να δυσλειτουργήσουν / να δυσλειτουργήσουνε / να δυσλειτουργούν / να δυσλειτουργούνε |
| Προστακτική | — | δυσλειτούργησε | — | — | δυσλειτουργήστε / δυσλειτουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →