δυσλεξία
•
- ιατρικήδυσλειτουργικός μηχανισμός ανάγνωσης και γραφής που εμφανίζεται σε ορισμένα άτομα από τη μικρή τους ήδη ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσλεξία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dyslexie < αρχαία ελληνική δυσ- + -λεξία (λέξις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσλεξία | δυσλεξίες |
| Γενική | δυσλεξίας | δυσλεξιών |
| Αιτιατική | δυσλεξία | δυσλεξίες |
| Κλητική | δυσλεξία | δυσλεξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →