δυσμενής
•
- κατάστασηπου δεν ευνοεί την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου Βικιλεξικό
- Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
- πρόσωποπου διάκειται εχθρικά ή αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσμενής < αρχαία ελληνική δυσμενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσμενής | δυσμενής | δυσμενές |
| Γενική | δυσμενούς | δυσμενούς | δυσμενούς |
| Αιτιατική | δυσμενή | δυσμενή | δυσμενές |
| Κλητική | δυσμενή / δυσμενής | δυσμενής | δυσμενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσμενείς | δυσμενείς | δυσμενή |
| Γενική | δυσμενών | δυσμενών | δυσμενών |
| Αιτιατική | δυσμενείς | δυσμενείς | δυσμενή |
| Κλητική | δυσμενείς | δυσμενείς | δυσμενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →