δυσοσμία
•
- η άσχημη μυρωδιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάμια άσχημη κατάσταση (από ηθικής πλευράς) και η δυσαρέσκεια γι’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσοσμία < αρχαία ελληνική δυσοσμία < δύσοσμος < δυσ- + ὀσμή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσοσμία | δυσοσμίες |
| Γενική | δυσοσμίας | δυσοσμιών |
| Αιτιατική | δυσοσμία | δυσοσμίες |
| Κλητική | δυσοσμία | δυσοσμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →