δυσπραγώ
•
- λόγιοβρίσκομαι σε κατάσταση δυσπραγίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσπραγώ < αρχαία ελληνική δυσπραγέω / δυσπραγῶ < δυσ- + πράττω / πράσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυσπραγώ | δυσπραγείς | δυσπραγεί | δυσπραγούμε | δυσπραγείτε | δυσπραγούν / δυσπραγούνε |
| Παρατατικός | δυσπραγούσα | δυσπραγούσες | δυσπραγούσε | δυσπραγούσαμε | δυσπραγούσατε | δυσπραγούσαν / δυσπραγούσανε |
| Αόριστος | δυσπράγησα | δυσπράγησες | δυσπράγησε | δυσπραγήσαμε | δυσπραγήσατε | δυσπράγησαν / δυσπραγήσαν / δυσπραγήσανε |
| Μέλλοντας | θα δυσπραγήσω / θα δυσπραγώ | θα δυσπραγήσεις / θα δυσπραγείς | θα δυσπραγήσει / θα δυσπραγεί | θα δυσπραγήσουμε / θα δυσπραγούμε | θα δυσπραγήσετε / θα δυσπραγείτε | θα δυσπραγήσουν / θα δυσπραγήσουνε / θα δυσπραγούν / θα δυσπραγούνε |
| Παρακείμενος | έχω δυσπραγήσει | έχεις δυσπραγήσει | έχει δυσπραγήσει | έχουμε δυσπραγήσει | έχετε δυσπραγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυσπραγήσει | είχες δυσπραγήσει | είχε δυσπραγήσει | είχαμε δυσπραγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυσπραγήσει / να δυσπραγήσω / να δυσπραγώ | να έχεις δυσπραγήσει / να δυσπραγήσεις / να δυσπραγείς | να έχει δυσπραγήσει / να δυσπραγήσει / να δυσπραγεί | να έχουμε δυσπραγήσει / να δυσπραγήσουμε / να δυσπραγούμε | να έχετε δυσπραγήσει / να δυσπραγήσετε / να δυσπραγείτε | να δυσπραγήσουν / να δυσπραγήσουνε / να δυσπραγούν / να δυσπραγούνε |
| Προστακτική | — | δυσπράγει / δυσπράγησε | — | — | δυσπραγήστε / δυσπραγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →