Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυστονία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήκινητική διαταραχή με χαρακτηριστικό της τους επαναλαμβανόμενους ακούσιους μυϊκούς σπασμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυστονία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dystonia < ελληνιστική κοινή δυστονία < αρχαία ελληνική δυσ- + τόνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδυστονίαδυστονίες
Γενικήδυστονίαςδυστονιών
Αιτιατικήδυστονίαδυστονίες
Κλητικήδυστονίαδυστονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →