Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυστοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την δυστοπία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυστοπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dystopic / dystopian ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dystopique < αρχαία ελληνική δυσ- + τόπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυστοπικόςδυστοπικήδυστοπικό
Γενικήδυστοπικούδυστοπικήςδυστοπικού
Αιτιατικήδυστοπικόδυστοπικήδυστοπικό
Κλητικήδυστοπικέδυστοπικήδυστοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυστοπικοίδυστοπικέςδυστοπικά
Γενικήδυστοπικώνδυστοπικώνδυστοπικών
Αιτιατικήδυστοπικούςδυστοπικέςδυστοπικά
Κλητικήδυστοπικοίδυστοπικέςδυστοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →