δυστροπώ
•
- είμαι δύστροπος ή φέρομαι αναλόγως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυστροπώ < δύστροπ(ος) + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυστροπώ | δυστροπείς | δυστροπεί | δυστροπούμε | δυστροπείτε | δυστροπούν / δυστροπούνε |
| Παρατατικός | δυστροπούσα | δυστροπούσες | δυστροπούσε | δυστροπούσαμε | δυστροπούσατε | δυστροπούσαν / δυστροπούσανε |
| Αόριστος | δυστρόπησα | δυστρόπησες | δυστρόπησε | δυστροπήσαμε | δυστροπήσατε | δυστροπήσαν / δυστροπήσανε / δυστρόπησαν |
| Μέλλοντας | θα δυστροπήσω / θα δυστροπώ | θα δυστροπήσεις / θα δυστροπείς | θα δυστροπήσει / θα δυστροπεί | θα δυστροπήσουμε / θα δυστροπούμε | θα δυστροπήσετε / θα δυστροπείτε | θα δυστροπήσουν / θα δυστροπήσουνε / θα δυστροπούν / θα δυστροπούνε |
| Παρακείμενος | έχω δυστροπήσει | έχεις δυστροπήσει | έχει δυστροπήσει | έχουμε δυστροπήσει | έχετε δυστροπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυστροπήσει | είχες δυστροπήσει | είχε δυστροπήσει | είχαμε δυστροπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυστροπήσει / να δυστροπήσω / να δυστροπώ | να έχεις δυστροπήσει / να δυστροπήσεις / να δυστροπείς | να έχει δυστροπήσει / να δυστροπήσει / να δυστροπεί | να έχουμε δυστροπήσει / να δυστροπήσουμε / να δυστροπούμε | να έχετε δυστροπήσει / να δυστροπήσετε / να δυστροπείτε | να δυστροπήσουν / να δυστροπήσουνε / να δυστροπούν / να δυστροπούνε |
| Προστακτική | — | δυστρόπει / δυστρόπησε | — | — | δυστροπήστε / δυστροπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →