Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυστροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου αφορά παθολογικές μεταβολές ιστών ή οργάνων λόγω διαταραγμένης θρέψης και μεταβολισμού, εκδηλούμενες με εκφύλιση, ατροφία ή ανώμαλη ανάπτυξη Βικιλεξικό
  2. οικολογίαπου χαρακτηρίζει υδάτινο οικοσύστημα με όξινα νερά, αυξημένη παρουσία οργανικής αποσύνθεσης και περιορισμένη πρωτογενή παραγωγή ή φυτική ανάπτυξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυστροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dystrophique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dystrophic < αρχαία ελληνική δυσ- + ελληνιστική κοινή τροφικός < αρχαία ελληνική τροφή < τρέφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυστροφικόςδυστροφικήδυστροφικό
Γενικήδυστροφικούδυστροφικήςδυστροφικού
Αιτιατικήδυστροφικόδυστροφικήδυστροφικό
Κλητικήδυστροφικέδυστροφικήδυστροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυστροφικοίδυστροφικέςδυστροφικά
Γενικήδυστροφικώνδυστροφικώνδυστροφικών
Αιτιατικήδυστροφικούςδυστροφικέςδυστροφικά
Κλητικήδυστροφικοίδυστροφικέςδυστροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →