δυστροφικός
•
- ιατρικήπου αφορά παθολογικές μεταβολές ιστών ή οργάνων λόγω διαταραγμένης θρέψης και μεταβολισμού, εκδηλούμενες με εκφύλιση, ατροφία ή ανώμαλη ανάπτυξη Βικιλεξικό
- οικολογίαπου χαρακτηρίζει υδάτινο οικοσύστημα με όξινα νερά, αυξημένη παρουσία οργανικής αποσύνθεσης και περιορισμένη πρωτογενή παραγωγή ή φυτική ανάπτυξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυστροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dystrophique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dystrophic < αρχαία ελληνική δυσ- + ελληνιστική κοινή τροφικός < αρχαία ελληνική τροφή < τρέφω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυστροφικός | δυστροφική | δυστροφικό |
| Γενική | δυστροφικού | δυστροφικής | δυστροφικού |
| Αιτιατική | δυστροφικό | δυστροφική | δυστροφικό |
| Κλητική | δυστροφικέ | δυστροφική | δυστροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυστροφικοί | δυστροφικές | δυστροφικά |
| Γενική | δυστροφικών | δυστροφικών | δυστροφικών |
| Αιτιατική | δυστροφικούς | δυστροφικές | δυστροφικά |
| Κλητική | δυστροφικοί | δυστροφικές | δυστροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →