Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυτικόφρων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοφιλοδυτικός Βικιλεξικό
    • Τα συντάγματα που φιλοτέχνησε ο δυτικόφρων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κατά τις πρώτες εθνοσυνελεύσεις αντλούσαν στοιχεία από τα γαλλικά πρότυπο του 1793.
    • άλλες μορφές: δυτικόφρονας
  2. χριστιανισμόςοπαδός της δυτικής εκκλησίας σε ορθόδοξες χώρες Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας […] συγχωρεῖται τῶν Γραφῶν ἡ ἐπ’ Ἐκκλησίας ἀνάγνωσις εἰς τοὺς ἐν Ἀραβίᾳ καὶ τοὺς Σλαβονικοὺς καὶ ἄλλους Δυτικόφρονας χριστιανούς.

Ετυμολογία

δυτικόφρων < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δυτικόφρων, (με διαφορετική σημασία) δυτικό- + -φρων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυτικόφρονας / δυτικόφρωνδυτικόφρωνδυτικόφρον / τὸ
Γενικήδυτικόφρονος / δυτικόφρονα / τοῦ / τῆςδυτικόφρονοςδυτικόφρονος / τοῦ
Αιτιατικήδυτικόφρονα / τὴν / τὸνδυτικόφροναδυτικόφρον / τὸ
Κλητικήδυτικόφρονα / δυτικόφρωνδυτικόφρωνδυτικόφρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυτικόφρονες / αἱ / οἱδυτικόφρονεςδυτικόφρονα / τὰ
Γενικήδυτικοφρόνων / τῶνδυτικοφρόνωνδυτικοφρόνων / τῶν
Αιτιατικήδυτικόφρονες / τοὺς / τὰςδυτικόφρονεςδυτικόφρονα / τὰ
Κλητικήδυτικόφρονεςδυτικόφρονεςδυτικόφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →