δυφιακά
•
- πληροφορικήμε τρόπο που συσχετίζεται με δυφία Βικιλεξικό
- χρησιμοποιείται ως προσδιοριστικό συνθετικό σε όρους όπως: δυφιακά απεικονιζόμενος, δυφιακά δομημένος κ.ά.
Ετυμολογία
δυφιακά < δυφιακός < δυφίο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →