δυϊκός
•
- γραμματικήαριθμός κλίσης, όπως ο ενικός και ο πληθυντικός, ειδικά για δύο πρόσωπα (σε γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα αραβικά, κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυϊκός < δύο : Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου δυϊκός. Εννοείται το ουσιαστικό «αριθμός».
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυϊκή / δυϊκός / δυϊκό | δυϊκές / δυϊκοί / δυϊκά |
| Γενική | δυϊκής / δυϊκού / δυϊκού | δυϊκών / δυϊκών / δυϊκών |
| Αιτιατική | δυϊκή / δυϊκό / δυϊκό | δυϊκές / δυϊκούς / δυϊκά |
| Κλητική | δυϊκή / δυϊκέ / δυϊκό | δυϊκές / δυϊκοί / δυϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →