δωδεκάμηνος
•
- ο σχετικός με διάρκεια δώδεκα μηνών Βικιλεξικό
- αυτός που έχει ηλικία δώδεκα μηνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωδεκάμηνος < δώδεκα + -μηνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωδεκάμηνος | δωδεκάμηνη | δωδεκάμηνο |
| Γενική | δωδεκάμηνου | δωδεκάμηνης | δωδεκάμηνου |
| Αιτιατική | δωδεκάμηνο | δωδεκάμηνη | δωδεκάμηνο |
| Κλητική | δωδεκάμηνε | δωδεκάμηνη | δωδεκάμηνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωδεκάμηνοι | δωδεκάμηνες | δωδεκάμηνα |
| Γενική | δωδεκάμηνων | δωδεκάμηνων | δωδεκάμηνων |
| Αιτιατική | δωδεκάμηνους | δωδεκάμηνες | δωδεκάμηνα |
| Κλητική | δωδεκάμηνοι | δωδεκάμηνες | δωδεκάμηνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →