Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δωδεκάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. για αντικείμενο ή τεχνικό μέγεθος που αντιστοιχεί σε πρότυπη διάσταση δώδεκα μονάδων —συνήθως εκατοστών ή ιντσών— και χρησιμοποιείται για να δηλώσει συγκεκριμένη κατηγορία μεγέθους Βικιλεξικό
  2. αγόρι ηλικίας δώδεκα ετών Βικιλεξικό
  3. παίκτης προγνωστικών ποδοσφαίρου που συγκεντρώνει δώδεκα επιτυχείς προβλέψεις σε ένα δελτίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δωδεκάρης < μεσαιωνική ελληνική δωδεκάρης < αρχαία ελληνική δώδεκα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδωδεκάρηςδωδεκάρηδες
Γενικήδωδεκάρηδωδεκάρηδων
Αιτιατικήδωδεκάρηδωδεκάρηδες
Κλητικήδωδεκάρηδωδεκάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →