Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δωδεκαδάκτυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δώδεκα δάκτυλα {και στα δύο χέρια) Βικιλεξικό
  2. που έχει διάσταση δώδεκα δακτύλων, (συνεκδοχικά) ένα πόδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δωδεκαδάκτυλος < δώδεκα + δάκτυλο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδωδεκαδάκτυλοςδωδεκαδάκτυληδωδεκαδάκτυλη / δωδεκαδάκτυλο / δωδεκαδάκτυλος
Γενικήδωδεκαδάκτυλουδωδεκαδάκτυληςδωδεκαδάκτυλου
Αιτιατικήδωδεκαδάκτυλοδωδεκαδάκτυληδωδεκαδάκτυλο
Κλητικήδωδεκαδάκτυλεδωδεκαδάκτυληδωδεκαδάκτυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδωδεκαδάκτυλοιδωδεκαδάκτυλεςδωδεκαδάκτυλα
Γενικήδωδεκαδάκτυλωνδωδεκαδάκτυλωνδωδεκαδάκτυλων
Αιτιατικήδωδεκαδάκτυλουςδωδεκαδάκτυλεςδωδεκαδάκτυλα
Κλητικήδωδεκαδάκτυλοιδωδεκαδάκτυλεςδωδεκαδάκτυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →