δωδεκαθέσιος
•
- που διαθέτει δώδεκα διακριτές θέσεις ή έδρες, είτε ως χωρητικότητα (π.χ. όχημα) είτε ως αριθμό προβλεπόμενων λειτουργικών θέσεων (π.χ. οργανικές θέσεις προσωπικού) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδωδεκαθέσιο: δημοτικό σχολείο με δώδεκα δασκάλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωδεκαθέσιος < δώδεκα + θέση + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωδεκαθέσιος | δωδεκαθέσια | δωδεκαθέσιο |
| Γενική | δωδεκαθέσιου | δωδεκαθέσιας | δωδεκαθέσιου |
| Αιτιατική | δωδεκαθέσιο | δωδεκαθέσια | δωδεκαθέσιο |
| Κλητική | δωδεκαθέσιε | δωδεκαθέσια | δωδεκαθέσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωδεκαθέσιοι | δωδεκαθέσιες | δωδεκαθέσια |
| Γενική | δωδεκαθέσιων | δωδεκαθέσιων | δωδεκαθέσιων |
| Αιτιατική | δωδεκαθέσιους | δωδεκαθέσιες | δωδεκαθέσια |
| Κλητική | δωδεκαθέσιοι | δωδεκαθέσιες | δωδεκαθέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →