δωδεκατημόριο
•
- μαθηματικάτο 1/12 Βικιλεξικό
- οικονομίατα έσοδα ενός μηνός του προϋπολογισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωδεκατημόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δωδεκατημόριον < (δωδέκατος) δωδεκατη- + μόριοv (μόριο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δωδεκατημόριο | δωδεκατημόρια |
| Γενική | δωδεκατημορίου / δωδεκατημόριου | δωδεκατημορίων |
| Αιτιατική | δωδεκατημόριο | δωδεκατημόρια |
| Κλητική | δωδεκατημόριο | δωδεκατημόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →