δωμάτιο
•
- εσωτερικός χώρος κτηρίου, π.χ. σπιτιού, διαμερίσματος, ξενοδοχείου, (λαϊκότροπο) ο οντάς Βικιλεξικό
- τοῦ ἔδωσαν τό καλύτερο δωμάτιο, καί τσακίστηκαν νά τοῦ φέρουν τό τσάϊ κομπλέ πού ἐζήτησε (Μ. Καραγάτσης, Στρατής Πασχάλης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης διηγήματα - νουβέλες, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2000, σελ. 407)
Ετυμολογία
δωμάτιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δωμάτιο | δωμάτια |
| Γενική | δωμάτιου / δωματίου | δωματίων |
| Αιτιατική | δωμάτιο | δωμάτια |
| Κλητική | δωμάτιο | δωμάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →