Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δωρητήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με δωρεά ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδωρητήριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δωρητήριος < δωρητής + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδωρητήριοςδωρητήριαδωρητήριο
Γενικήδωρητήριουδωρητήριαςδωρητήριου
Αιτιατικήδωρητήριοδωρητήριαδωρητήριο
Κλητικήδωρητήριεδωρητήριαδωρητήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδωρητήριοιδωρητήριεςδωρητήρια
Γενικήδωρητήριωνδωρητήριωνδωρητήριων
Αιτιατικήδωρητήριουςδωρητήριεςδωρητήρια
Κλητικήδωρητήριοιδωρητήριεςδωρητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →