δωρητήριος
•
- λόγιοπου έχει σχέση με δωρεά ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδωρητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωρητήριος < δωρητής + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωρητήριος | δωρητήρια | δωρητήριο |
| Γενική | δωρητήριου | δωρητήριας | δωρητήριου |
| Αιτιατική | δωρητήριο | δωρητήρια | δωρητήριο |
| Κλητική | δωρητήριε | δωρητήρια | δωρητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωρητήριοι | δωρητήριες | δωρητήρια |
| Γενική | δωρητήριων | δωρητήριων | δωρητήριων |
| Αιτιατική | δωρητήριους | δωρητήριες | δωρητήρια |
| Κλητική | δωρητήριοι | δωρητήριες | δωρητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →