Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δωρική διάλεκτος

/ðo.ɾiˈci ðiˈa.le.ktos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλώσσαδιάλεκτος της δυτικής ομάδας διαλέκτων αρχαίας ελληνικής που ομιλείτο στην Πελοπόννησο, στις δωρικές αποικίες και σε περιοχές της βορειοκεντρικής Ελλάδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δωρική διάλεκτος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dialecte dorien ή γερμανική dorische Dialekt. Στα αρχαία ελληνικά ο όρος ήταν Δωρὶς γλῶσσα, ενώ οι ίδιοι οι Δωριείς έλεγαν πελοποννασιστί.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδωρική διάλεκτος—
Γενικήδωρικής διαλέκτου—
Αιτιατικήδωρική διάλεκτος—
Κλητικήδωρική διάλεκτος—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →