δωροδοκώ
•
- διαφθοράεξαγοράζω κάποιον με χρήματα, χάρες ή του παρέχω ένα όφελος για να εκμαιεύσω από εκείνον κάτι παράτυπο, παράνομο (είτε να το πράξει είτε να αμελήσει να πράξει εκείνο που όφειλε) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωροδοκώ < ελληνιστική κοινή δωροδοκέω / δωροδοκῶ (δέχομαι δώρα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δωροδοκώ | δωροδοκείς | δωροδοκεί | δωροδοκούμε | δωροδοκείτε | δωροδοκούν / δωροδοκούνε |
| Παρατατικός | δωροδοκούσα | δωροδοκούσες | δωροδοκούσε | δωροδοκούσαμε | δωροδοκούσατε | δωροδοκούσαν / δωροδοκούσανε |
| Αόριστος | δωροδόκησα | δωροδόκησες | δωροδόκησε | δωροδοκήσαμε | δωροδοκήσατε | δωροδοκήσαν / δωροδοκήσανε / δωροδόκησαν |
| Μέλλοντας | θα δωροδοκήσω / θα δωροδοκώ | θα δωροδοκήσεις / θα δωροδοκείς | θα δωροδοκήσει / θα δωροδοκεί | θα δωροδοκήσουμε / θα δωροδοκούμε | θα δωροδοκήσετε / θα δωροδοκείτε | θα δωροδοκήσουν / θα δωροδοκήσουνε / θα δωροδοκούν / θα δωροδοκούνε |
| Παρακείμενος | έχω δωροδοκήσει | έχεις δωροδοκήσει | έχει δωροδοκήσει | έχουμε δωροδοκήσει | έχετε δωροδοκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δωροδοκήσει | είχες δωροδοκήσει | είχε δωροδοκήσει | είχαμε δωροδοκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δωροδοκήσει / να δωροδοκήσω / να δωροδοκώ | να έχεις δωροδοκήσει / να δωροδοκήσεις / να δωροδοκείς | να έχει δωροδοκήσει / να δωροδοκήσει / να δωροδοκεί | να έχουμε δωροδοκήσει / να δωροδοκήσουμε / να δωροδοκούμε | να έχετε δωροδοκήσει / να δωροδοκήσετε / να δωροδοκείτε | να δωροδοκήσουν / να δωροδοκήσουνε / να δωροδοκούν / να δωροδοκούνε |
| Προστακτική | — | δωροδόκει / δωροδόκησε | — | — | δωροδοκήστε / δωροδοκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →