Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δωροληπτώ

ρήμα
•
  1. νομικός όροςείμαι ή γίνομαι δωρολήπτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δωροληπτώ < ελληνιστική κοινή δωροληπτέω / δωροληπτῶ < αρχαία ελληνική δῶρον + λαμβάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδωροληπτώδωροληπτείςδωροληπτείδωροληπτούμεδωροληπτείτεδωροληπτούν / δωροληπτούνε
Παρατατικόςδωροληπτούσαδωροληπτούσεςδωροληπτούσεδωροληπτούσαμεδωροληπτούσατεδωροληπτούσαν / δωροληπτούσανε
Αόριστοςδωρολήπτησαδωρολήπτησεςδωρολήπτησεδωροληπτήσαμεδωροληπτήσατεδωρολήπτησαν / δωροληπτήσαν / δωροληπτήσανε
Μέλλονταςθα δωροληπτήσω / θα δωροληπτώθα δωροληπτήσεις / θα δωροληπτείςθα δωροληπτήσει / θα δωροληπτείθα δωροληπτήσουμε / θα δωροληπτούμεθα δωροληπτήσετε / θα δωροληπτείτεθα δωροληπτήσουν / θα δωροληπτήσουνε / θα δωροληπτούν / θα δωροληπτούνε
Παρακείμενοςέχω δωροληπτήσειέχεις δωροληπτήσειέχει δωροληπτήσειέχουμε δωροληπτήσειέχετε δωροληπτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δωροληπτήσειείχες δωροληπτήσειείχε δωροληπτήσειείχαμε δωροληπτήσει——
Υποτακτικήνα έχω δωροληπτήσει / να δωροληπτήσω / να δωροληπτώνα έχεις δωροληπτήσει / να δωροληπτήσεις / να δωροληπτείςνα έχει δωροληπτήσει / να δωροληπτήσει / να δωροληπτείνα έχουμε δωροληπτήσει / να δωροληπτήσουμε / να δωροληπτούμενα έχετε δωροληπτήσει / να δωροληπτήσετε / να δωροληπτείτενα δωροληπτήσουν / να δωροληπτήσουνε / να δωροληπτούν / να δωροληπτούνε
Προστακτική—δωρολήπτει / δωρολήπτησε——δωροληπτήστε / δωροληπτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →