δόγα
•
- καμπυλωμένη λωρίδα ξύλου, μακρόστενη σανίδα, όπου πολλές μαζί κολλητά η μια με την άλλη χρησιμοποιούνται σε διάφορες κατασκευές, όπως σκαφών, βαρελιών ή των αντηχείων ορισμένων μουσικών οργάνων (μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δόγα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δόγα < ιταλική doga • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δόγα | δόγες |
| Γενική | δόγας | δογών |
| Αιτιατική | δόγα | δόγες |
| Κλητική | δόγα | δόγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →