δόκανο
•
- είδος παγίδας για ζώα που αποτελείται από ένα μηχανισμό με δύο σιαγόνες· όταν ένα ζώο τον πιέσει με το βάρος του, οι σιαγόνες κλείνουν παγιδεύοντας το πόδι του Βικιλεξικό
- Μάνα στα χρόνια τα παλιά / ήμουν αγρίμι σε φωλιά / κι ό,τι κι αν μού 'πες το 'κανα / Χωρίς ποτέ να φανταστώ / πως κάποια μέρα θα πιαστώ / Στου φονικού τα δόκανα (Τα δόκανα, στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, 1974)
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε παγίδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαγίδα Βικιλεξικό
- 'Στο δόκανο των τραπεζών οι κάτοχοι πιστωτικών καρτών.
Ετυμολογία
δόκανο < μεσαιωνική ελληνική δόκανον < ελληνιστική κοινή δόκανα (τα) < αρχαία ελληνική δοκός → δείτε περισσότερα στο δόκανον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δόκανο | δόκανα |
| Γενική | δόκανου | δόκανων |
| Αιτιατική | δόκανο | δόκανα |
| Κλητική | δόκανο | δόκανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →