Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δόκιμος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςο δόκιμος αξιωματικός: έφεδρος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία περνώντας από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν πάρει το βαθμό του ανθυπολοχαγού Βικιλεξικό
    • ο καινούριος δόκιμος τοποθετήθηκε στο 3ο Γραφείο
  2. θρησκείαλαϊκός που περνά κάποιο διάστημα δοκιμαζόμενος, προκειμένου να ενταχθεί μόνιμα ως μοναχός σε μια μοναστική κοινότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δόκιμος, ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου δόκιμος

Άλλοι τύποι

δόκιμη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δόκιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του Βικιλεξικό
    • οι δόκιμοι αξιωματικοί
    • δόκιμος μοναχός
    • δόκιμος δημόσιος υπάλληλος
  2. που έχει δοκιμαστεί, που έχει αποδείξει τις ικανότητές του Βικιλεξικό
    • δόκιμος συγγραφέας
  3. για λέξεις και φράσειςαποδεκτός επειδή έχει χρησιμοποιηθεί από αναγνωρισμένους συγγραφείς Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήβεβαιωμένης υποστατότητας (πχ. κόμβος που όντως διασυνδέει υπερπληροφορία [υπερκείμενα, υπερμέσα κτλ.]) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δόκιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόκιμος < δοκέω, -ῶ. Για τον «δόκιμο μοναχό», μεσαιωνική σημασία.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδόκιμοςδόκιμηδόκιμο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →