δύσπιστος
•
- που δεν πιστεύει εύκολα κάτι χωρίς αποδείξεις Βικιλεξικό
- Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (Η αγία Κορώνα, ο άγιος Αυξίβιος και η πανδημία, Κυθηραϊκά, 14/4/2020 https://www.kythiraika.gr/i-agia-korona-o-agios-ayxivios-kai-i-pandimia/)
Ετυμολογία
δύσπιστος < αρχαία ελληνική δύσπιστος < δυσ- + πίστις
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσπιστος | δύσπιστη | δύσπιστο |
| Γενική | δύσπιστου | δύσπιστης | δύσπιστου |
| Αιτιατική | δύσπιστο | δύσπιστη | δύσπιστο |
| Κλητική | δύσπιστε | δύσπιστη | δύσπιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσπιστοι | δύσπιστες | δύσπιστα |
| Γενική | δύσπιστων | δύσπιστων | δύσπιστων |
| Αιτιατική | δύσπιστους | δύσπιστες | δύσπιστα |
| Κλητική | δύσπιστοι | δύσπιστες | δύσπιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →