Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δύστυχος

/ˈði.sti.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος που δυστύχησε Βικιλεξικό
    • Α, τον δύστυχο! Έχασε τη γυναίκα του.

Ετυμολογία

δύστυχος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δύστυχος < αρχαία ελληνική δυστυχής < δύσ- + τύχη. Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδύστυχη / δύστυχος / δύστυχοδύστυχες / δύστυχοι / δύστυχα
Γενικήδύστυχης / δύστυχου / δύστυχουδύστυχων / δύστυχων / δύστυχων
Αιτιατικήδύστυχη / δύστυχο / δύστυχοδύστυχες / δύστυχους / δύστυχα
Κλητικήδύστυχη / δύστυχε / δύστυχοδύστυχες / δύστυχοι / δύστυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δύστυχος

/ˈði.sti.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνήθως επιφωνηματικάδυστυχισμένος, δυστυχής Βικιλεξικό
    • Δύστυχε άνθρωπε! τι σου 'μελλε να πάθεις!

Ετυμολογία

δύστυχος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δύστυχος < αρχαία ελληνική δυστυχής < δύσ- + τύχη. Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύστυχοςδύστυχηδύστυχο
Γενικήδύστυχουδύστυχηςδύστυχου
Αιτιατικήδύστυχοδύστυχηδύστυχο
Κλητικήδύστυχεδύστυχηδύστυχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύστυχοιδύστυχεςδύστυχα
Γενικήδύστυχωνδύστυχωνδύστυχων
Αιτιατικήδύστυχουςδύστυχεςδύστυχα
Κλητικήδύστυχοιδύστυχεςδύστυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →