δύστυχος
•
- άνθρωπος που δυστύχησε Βικιλεξικό
- Α, τον δύστυχο! Έχασε τη γυναίκα του.
Ετυμολογία
δύστυχος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δύστυχος < αρχαία ελληνική δυστυχής < δύσ- + τύχη. Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δύστυχη / δύστυχος / δύστυχο | δύστυχες / δύστυχοι / δύστυχα |
| Γενική | δύστυχης / δύστυχου / δύστυχου | δύστυχων / δύστυχων / δύστυχων |
| Αιτιατική | δύστυχη / δύστυχο / δύστυχο | δύστυχες / δύστυχους / δύστυχα |
| Κλητική | δύστυχη / δύστυχε / δύστυχο | δύστυχες / δύστυχοι / δύστυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →