δύσχρηστος
•
- που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ή είναι εύκολο αλλά παρουσιάζει πιθανή επικινδυνότητα ή προβλήματα σε εφαρμογές και καταλήγει δύσχρηστο επειδή ακριβώς είναι δύσκολο να αποτρέψεις τους δευτερογενείς κινδύνους ή τα προβλήματα Βικιλεξικό
- ο γερανός φαίνεται δύσχρηστο και επικίνδυνο μηχάνημα, αλλά αν έχεις εκπαιδευτεί στους χειρισμούς και έχεις βασικές γνώσεις...
- είναι καινούργιο κι ακριβό και όμορφο κινητό, αλλά ακούω ότι είναι δυσχρηστο
- πρωτοποριακό λογισμικό αλλά δύσχρηστο
- κατ’ επέκτασηπου χρησιμοποιείται σπάνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δύσχρηστος < αρχαία ελληνική δύσχρηστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσχρηστος | δύσχρηστη | δύσχρηστο |
| Γενική | δύσχρηστου | δύσχρηστης | δύσχρηστου |
| Αιτιατική | δύσχρηστο | δύσχρηστη | δύσχρηστο |
| Κλητική | δύσχρηστε | δύσχρηστη | δύσχρηστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσχρηστοι | δύσχρηστες | δύσχρηστα |
| Γενική | δύσχρηστων | δύσχρηστων | δύσχρηστων |
| Αιτιατική | δύσχρηστους | δύσχρηστες | δύσχρηστα |
| Κλητική | δύσχρηστοι | δύσχρηστες | δύσχρηστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →