δώδεκα
•
- το απόλυτο αριθμητικό (12) που ακολουθεί το έντεκα και προηγείται του δεκατρία Βικιλεξικό
- ποσότητα δέκα και δύο μονάδων Βικιλεξικό
- μεσημέρι ή μεσάνυχτα Βικιλεξικό
- ακριβώς στις δώδεκα την νύχτα
Ετυμολογία
δώδεκα < δύο + δέκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →