εάλω
•
- αρχαιοπρεπέςαλώθηκε, κυριεύθηκε Βικιλεξικό
- «Η πόλις εάλω»: Σαν σήμερα πριν από 568 χρόνια η Άλωση της Κωνσταντινούπολης (www.tovima.gr, 29.05.2021)
Ετυμολογία
εάλω < αρχαία ελληνική ἑάλω < ἁλίσκομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →