Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

είλωτας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στην αρχαία Σπάρτη, αυτός που ανήκε στην κατώτερη κοινωνική τάξη των ειλώτων, που καλλιεργούσαν τα χωράφια και δεν είχαν προσωπική ελευθερία ούτε πολιτικά δικαιώματα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηόποιος δουλεύει σκληρά χωρίς να απολαμβάνει ανάλογα με την εργασία του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

είλωτας < αρχαία ελληνική εἵλως, ομόρριζο με τα ἁλίσκομαι, ἅλωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήείλωταςείλωτες
Γενικήείλωταειλώτων
Αιτιατικήείλωταείλωτες
Κλητικήείλωταείλωτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →