είμαι μέσα
•
- συμφωνώ, προτίθεμαι, ακολουθώ Βικιλεξικό
- Λέμε να πάμε για κανένα ουζάκι. Είσαι μέσα; - Και βέβαια είμαι!
- είμαι εντελώς βέβαιος για κάτι Βικιλεξικό
- Δες λίγο τις ανακοινώσεις, έτσι να είσαι μέσα.
- καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι κάτι Βικιλεξικό
- Δεν χρειάζεται να μου τα εξηγήσεις όλα, μέσα είμαι και ξέρω τι γίνεται.
Ετυμολογία
είμαι μέσα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική be in → δείτε τις λέξεις είμαι και μέσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →