είναι στις αγάπες τους
•
- ζούνε σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση τους διακατέχεται από τρυφερότητα Βικιλεξικό
- Έτσι ερωτεύτηκε τον Γιαννιό, κι όσο συνέχιζαν να είναι στις αγάπες τους αυτή η οπτασία πήγαινε και ερχόταν, καθώς ο εραστής της θύμιζε λιγότερο ή περισσότερο εκείνο τον άντρα αλλά σπάνια ταυτιζόταν μαζί του.
Ετυμολογία
είναι στις αγάπες τους < → δείτε τις λέξεις είμαι, στις και αγάπες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →