Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

είναι στις αγάπες τους

/ˈi.ne stis‿aˈɣa.pes‿tus/φράση
•
  1. ζούνε σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση τους διακατέχεται από τρυφερότητα Βικιλεξικό
    • Έτσι ερωτεύτηκε τον Γιαννιό, κι όσο συνέχιζαν να είναι στις αγάπες τους αυτή η οπτασία πήγαινε και ερχόταν, καθώς ο εραστής της θύμιζε λιγότερο ή περισσότερο εκείνο τον άντρα αλλά σπάνια ταυτιζόταν μαζί του.

Ετυμολογία

είναι στις αγάπες τους < → δείτε τις λέξεις είμαι, στις και αγάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →