είντα
•
- ιδιωματικότι, γιατί, που, πόσο, πώς ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ίντα, ήντα, στα (κυπριακά) και τείντα
Ετυμολογία
είντα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἶντα, μορφή του τεῖντα < τί εἶναι τά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →