εαυτοσκοπία
•
- αντιληπτική διαταραχή κατά την οποία κάποιος θεωρεί πως βλέπει τον εαυτό του σαν να είναι έξω απ’ αυτόν, έξω από το σώμα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εαυτοσκοπία < εαυτός + -ο- + -σκοπία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εαυτοσκοπία | εαυτοσκοπίες |
| Γενική | εαυτοσκοπίας | εαυτοσκοπιών |
| Αιτιατική | εαυτοσκοπία | εαυτοσκοπίες |
| Κλητική | εαυτοσκοπία | εαυτοσκοπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →