εαυτούλης
•
- μειωτικόαυτός που ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και τα μικροσυμφέροντά του Βικιλεξικό
- μη γίνεσαι τόσο εαυτούλης
- μειωτικόαντί της αντωνυμίας εαυτός Βικιλεξικό
- μη νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτούλη σου
Ετυμολογία
εαυτούλης < εαυτ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εαυτούλης | εαυτούληδες |
| Γενική | εαυτούλη | εαυτούληδων |
| Αιτιατική | εαυτούλη | εαυτούληδες |
| Κλητική | εαυτούλη | εαυτούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →