εβαζέ
•
- ενδυμασίαπου αφορά ένδυμα που ανοίγει προοδευτικά προς τα κάτω, δημιουργώντας ελαφρά καμπύλη ή σχήμα Α χωρίς έντονη πτύχωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εβαζέ < γαλλική évasée < évasé < évaser < πρωτογερμανική *wasô
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →