εβδομάδα
•
- περίοδος επτά ημερών Βικιλεξικό
- το σύνολο των επτά ημερών που αρχίζει κάθε Κυριακή (ή κάθε Δευτέρα) Βικιλεξικό
- εργάσιμη εβδομάδα: το σύνολο των εργάσιμων ημερών της εβδομάδας
- το 1981 καθιερώθηκε στην Ελλάδα η εργάσιμη εβδομάδα των 5 ημερών
Ετυμολογία
εβδομάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐβδομάδα < αρχαία ελληνική ἑβδομάς από την αιτιατική σε -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εβδομάδα | εβδομάδες |
| Γενική | εβδομάδας | εβδομάδων |
| Αιτιατική | εβδομάδα | εβδομάδες |
| Κλητική | εβδομάδα | εβδομάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →