εβενουργός
•
- επάγγελματεχνίτης που ασχολείται με την εβενουργική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εβενουργός < έβεν(ος) + -ουργός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εβενουργός | εβενουργοί |
| Γενική | εβενουργού | εβενουργών |
| Αιτιατική | εβενουργό | εβενουργούς |
| Κλητική | εβενουργέ | εβενουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →