εβονίτης
•
- χημείαμονωτικό υλικό μαύρου χρώματος και μεγάλης σκληρότητας που παράγεται από κατεργασία του καουτσούκ με θείο (βουλκανισμό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εβονίτης < (οπτικό δάνειο) αγγλική ebonite ή γαλλική ébonite < ebony < με απώτερη αρχή την αρχαία ελληνική ἔβενος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εβονίτης | εβονίτες |
| Γενική | εβονίτη | εβονιτών |
| Αιτιατική | εβονίτη | εβονίτες |
| Κλητική | εβονίτη | εβονίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →