εβραϊστί
•
- λόγιοστα εβραϊκά, στην εβραϊκή γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εβραϊστί < Εβραι(ος) + -ιστί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εβραϊστί < Εβραι(ος) + -ιστί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →