εγγενής
•
- χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση Βικιλεξικό
- το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
- …, αυτοί οι ασθενείς μπορεί να αρρωστήσουν σοβαρά λόγω εγγενών γενετικών σφαλμάτων του ίδιου οργανισμού τους και λόγω παραγωγής αυτοαντισωμάτων
- Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων Βικιλεξικό
- εγγενής πολλαπλασιασμός
- πληροφορικήnative: εγγενές λογισμικό, το λογισμικό για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα Βικιλεξικό
- ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10
Ετυμολογία
εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγγενής | εγγενής | εγγενές |
| Γενική | εγγενούς | εγγενούς | εγγενούς |
| Αιτιατική | εγγενή | εγγενή | εγγενές |
| Κλητική | εγγενή / εγγενής | εγγενής | εγγενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγγενείς | εγγενείς | εγγενή |
| Γενική | εγγενών | εγγενών | εγγενών |
| Αιτιατική | εγγενείς | εγγενείς | εγγενή |
| Κλητική | εγγενείς | εγγενείς | εγγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →